Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2019

ο Βοϊδομάτης



Ο Βοϊδομάτης



 «Αγάπη  μου! Τον βάτραχο θα τον βάλουμε στο ψυγείο.»
Κάθε πρώτο βράδυ της διαμονής μας σε ξένο τόπο, τακτοποιούμε τους άγνωστούς μας θορύβους εκτείνοντας τους στην πηγή που τους παράγει. Ένας τρόπος να μη φοβόμαστε.
Εκείνο όμως το βράδυ, στο δωμάτιο, ένας θόρυβος, σαν κρώξιμο βατράχου σε δυο  νότες, κρα – κράι ή κρα – κράου, επαναλαμβανόταν κόβοντας την ησυχία σε κανονικά δίωρα και μας τρόμαζε. Ο μόνος που δεν είχαμε τοποθετήσει. [...]


© Assimina

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2019

χρώμα χρώμα χρώμα



             μέρα που είναι, χ ρ ώ μ α

οι νεκρές φύσεις του Σεζάν με έχουν συνεπάρει πριν από τα άλλα για το χρώμα τους
ύστερα, την εμμονή του με την απεικόνιση των μήλων
κατόπιν η έλλειψη συμμετρίας στα έργα του, αυτά τουλάχιστον
τόσοm που με έκανε να σκεφτώ πως είχε κάποια ατέλεια στην όραση ή έπασχε από κάποιο είδος ξένης προς το κοινό αντιληπτικότητας
παρακολουθώντας ένα σχετικό βίντεο, διαπίστωνα πώς επί τούτου αφήνει τα  έργα του να γέρνουν δίχως να ακολουθούν σταθερό άξονα συμμετρίας ως προς επίπεδο, αλλά και να στέκουν μετέωρα ή να μην συναντιόνται οι γραμμές απέναντι πλαισίων όπως πχ μια πλευρά τραπεζιού που μέρος της ήταν σκεπασμένο με ύφασμα
έγνοια του, λένε, δεν ήταν η φωτογραφική απεικόνιση αλλά ό,τι έπιανε το μάτι κάθε διαφορετική στιγμή για το ίδιο αντικείμενο
δούλευε ένα έργο για καιρό κι έτσι, σύμφωνα και με το πιο πάνω, προέκυπταν οι ατέλειες(;)
αυτό με παραξένεψε ενθουσιαστικά επειδή με αυτόν τον τρόπο, μπορεί κανείς να είναι δημιουργικός, και επίσης συνεργατικός, αλλά όχι ανταγωνιστικός
κατέληξα δε στην σκέψη πως ήταν κάποιος τελειομανής στην ατέλεια
ένας επαναστάτης των γραμμών

στην φωτογραφία μια απόπειρα μίμησης έργου του
μερικά, επίσης, στιγμιότυπα κομμένα από το βίντεο που ανέφερα και δείχνει πώς επεξεργαζόταν και άφηνε να στέκουν τα μέρη ενός έργου του στο σύνολό του
κάποιος παρουσιαστής έλεγε πως δεν τον ενδιέφερε η προοπτική, το στήσιμο, τα περιγράμματα, το ορθόν των φωτοσκιάσεων, παρά το χρώμα του αντικειμένου

χρώμα λοιπόν, χρώμα, χρώμα
μέρα που είναι






















σχεδίασε και ζωγράφισε πάνω από 200 πίνακες με απεικόνιση μήλων, λένε








© Assimina

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2019

Στην καρδιά των ποιητών



στην  καρδιά των ποιητών



Φρικώδης, μανιακή, μονάκριβη
Κατοικεί η ομορφιά
Στην καρδιά των ποιητών
Αλλοίμονο αν ψάξεις να την βρεις
Αλλοίμονο κι αν δεν το κάνεις


 (στον πατέρα)



© Assimina

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2019

DiP παίγνιον 2019


στο φετινό τεύχος της ανθολογίας diPgeneration, το παιχνίδι καλούσε να συνεχίσουμε κάτω από μια παράγραφο που επέλεξε τυχαία ο Στράτος Φουντούλης και δίχως να γνωρίζουμε από ποιο κείμενο και ποιου συγγραφέα - πιο κάτω, η δική μου προσπάθεια η οποία, ξεπερνώντας το όριο των λέξεων, επεξεργάστηκε σε μικρότερο κείμενο για το τεύχος

***

Αργά αλλά αποφασιστικά ξαναπήρε το δρόμο. «Ο άλλος» κι αυτό ξαναπήρε το δρόμο. Ένιωσε ξεκάθαρα τα βήματα στην άσφαλτο. Ήταν δυο ομόηχα, ταυτόχρονα, επακριβή χτυπήματα. Ναι. Κάποιος τον παρακολουθούσε. Τώρα δεν τον ένιωθε όπως τις προηγούμενες φορές. Τώρα τον άκουγε, σχεδόν μπορούσε να τον αγγίξει πίσω από την πλάτη του. Μια υπερφυσική δύναμη τον έσπρωξε, τον υποχρέωσε να τρέξει στον έρημο δρόμο. Σταμάτησε. Παρέμενε ακίνητος, σαν παράλυτος, για αρκετή ώρα. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πόση ώρα, αλλά μέσα σ’ εκείνη την αταξία των αναμνήσεων υπήρχε κάτι που θα θυμόταν πάντα: εκείνο το παγωμένο χτύπημα στο πρόσωπό του όταν γρήγορα στράφηκε πάνω στα τακούνια του και είδε καταπρόσωπο «τον άλλο». Αυτό που είδε δεν θα μπορούσε να το ξεχάσει στην υπόλοιπη ζωή του.

Όχι! Αλλιώς: Αυτό που είδε έφερνε εμπρός του όλη την υπόλοιπη ζωή του.
Υποδορίως πράσινη υφή υγραμένου σησαμιού. Ευωδίαζε ευωδιά κουρασμένης μνήμης. Βαρείς γερασμένοι μαστοί τεράστιοι γερασμένοι. Ανάσα καλαμποκιού τον άγγιξε ανεμπόδιστα η στύση του απρόσκοπτα· τον θυμήθηκε. Μια γερασμένη αλλά ήλιος· τον ανέσυρε με τέλος· ανεπανόρθωτο κόπο ασχημάτιστο. Λαρυγγισμούς παιδίσκης ανυπόκριτης ήχους σαν σπυρί καλαμποκιού κίτρινο κάτω από τη γη με ταραγμένη ευγνωμοσύνη δε φύτρωνε κίτρινη ζωή αμίλητη. Αμίλητη με ανύπαρκτο πόνο απροσποίητο τον τραβούσε από την ψεύτικη πραγματικότητα μακριά. Ένοιωσε αγάπη. Δεν έπρεπε (Συνέβαινε) Δεν έβλεπε (Υπέθετε) Δεν άκουγε (Ένοιωθε) Δεν ήξερε (Γνώριζε). Έκπληκτος με έκπληξη μεγάλη «Άγιε μου κύριε Ίψεν: χθες βράδυ εγώ πάλι· κατάκοπος. Τώρα πια ξέρω· ήμουν εκείνη σ’ αυτή την εξιστόρηση. Πρέπει να με εγκαταλείψει.», είπε.
Επικαλέστηκε γι’ αυτό τις επτά καταστάσεις κι ένα ημιτόνιο πέρα από τον πλάτανο στην άκρη του δρόμου είχε νυχτώσει αμετάκλητα. Τρεις σειρήνες κι ένα κρυφό φεγγάρι εδώ ακριβώς ζούληξαν έλιωσαν ήπιαν τη μορφή της που ήταν γερασμένη παλιά δική του γερασμένη εξαφανίστηκαν· οι δυο μορφές πριν λίγο εδώ τις είδα ερωτοτροπούσαν η μια να μιλά η άλλη να παραμιλά τις είδα από μακριά στην τωρινή μνήμη σβησμένες σβήστηκαν με κρότους βεγγαλικών και οιμωγές παρθενικών ερώτων· κόβεται το πρόσωπο ξεκολλά χύνεται η θηλυκιά μέσα στην αρσενική πέρασε οι δυο μορφές πάει χωνεύτηκαν στη σειρά κι αυτό ήταν φύσηξε κι οι λάμπες του δρόμου έσβησαν αυτός βγάζει με τη γλώσσα ένα φρέσκο κομμάτι αμάσητο μαρούλι αμάσητο και σαν χρυσόμυγα ξεκολλά από τον ώμο του ο άλλος με όμορφο κόπο βαρύ και σαν κρύσταλλο βυσσινί οι άκρες στα φτερά του δεν ήταν πια παγωμένο το χέρι που τον άγγιξε παγωμένο χαμόγελο χαμογέλασε με αμήχανο χαμόγελο ο άλλος εκείνος τότε κι έτσι που γράφω τι τόλμημα λέω κι ύστερα κύριε Γιώργο του Γιώργου που θα φοράτε όταν το διαβάσετε, δικό του.


© Assimina

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2019

DiP Generation, Μια περιοδική έκδοση ανθολογίας σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας





( εξώφυλλο: Στράτος Φουντούλης)



  κρίση της περιοδικής έκδοσης, από τον Κ.Π.Δ.


O τίτλος αυτής της ετήσιας περιοδικής έκδοσης του «Μανδραγόρα», η οποία ξεκίνησε το 2016 έχοντας εκδώσει συνολικά 4 τεύχη, χρησιμοποιεί το πολυσήμαντοι dip με P κεφαλαίο που μπερδεύει τα πράγματα. Λακούβα, βύθιση, πτώση, χορευτική κίνηση, έννοιες που παραπέμπουν σε διακινδύνευση και κινητικότητα, ηχητικά μπορεί και ακούγεται και βαθειά γενιά, ασφαλώς λογοτεχνών, Ελλήνων και ξένων, που προηγήθηκε της σημερινής βάζοντας τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίζεται ο σύγχρονος νεοελληνικός λόγος, που είτε το γνωρίζει είτε όχι-έστω και ασυναίσθητα, κουβαλάει την κληρονομιά των παλιότερων και βεβαίως της παγκόσμιας λογοτεχνικής κοινότητας, αυτής τουλάχιστον που έσπασε τα σύνορα και όχι μόνο της ιθαγενούς. Στη λογοτεχνία του 21ου αιώνα δεν υπάρχει παρθενογένεση, υπάρχουν καινούργια σκαλιά που δεν θα είχαν υψομετρική οντότητα αν δεν είχαν προηγηθεί άλλα, όσο διαφορετικά σε μέγεθος ή σε υλικά κι αν ήταν. Η πολυσχιδής επιμελήτρια της έκδοσης Ιφιγένεια Σιαφάκα είναι απόφοιτος του τμήματος της Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, κειμενογράφος και αρθρογράφος σε πολλά περιοδικά, που ασχολήθηκε με το θέατρο και με το χορό και τη γραφιστική. Συγγραφέας βιβλίων ποιητικών και πεζών, ειδικευμένη στη συγγραφή βιβλίων για τη Λατινική που απευθύνονται σε μαθητές Λυκείων. Πόσο βαθειά βουτάει το περιοδικό στο παρελθόν; Πολύ και καθόλου.

Να εξηγήσω αυτήν την, σε πρώτη ανάγνωση, προκλητική αντιφατικότητα. Το περιοδικό δεν ταξινομεί ανθολογούμενους συγγραφείς περασμένων δεκαετιών, ούτε χρησιμοποιεί μέτρα επίσημα αναγνωρισμένης αξίας ή αναγνωρισιμότητας. Επιλέγει έργα, ακόμη και προς το παρόν ανέκδοτα, συγγραφέων, πεζογράφων ή ποιητών που δεν έχουν ακόμη πλεύσει στον Αχέροντα, χωρίς κατατάξεις ηλικίας, χρόνου συγγραφής ή δημοσιότητας. Γεννιέται το ερώτημα αν το περιοδικό είναι ξέφραγο αμπέλι. Ασφαλώς και όχι, είναι εμφανής η απαραβίαστη κόκκινη συνοριακή γραμμή του σε όποιον απολαύσει τα δημοσιευόμενα. Είναι ολοφάνερη η κρησάρα της αισθητικής ή αν θέλετε του ήθους (αν δηλαδή δεχθούμε πως αυτά τα δυο δεν ταυτίζονται τελικά) και η επιρροή που εκπέμπει η γλώσσα, αυτή που όπως διάβασα (και συμφώνησα) σε κάποια κριτική παρουσίαση της έκδοσης της Χρύσας Φάντη (στο fractalart) «επαναμαγεύει» τα πράγματα. Θα είναι ασφαλώς πολύ κοινότοπο να εξηγήσω τι σημαίνει και τι σηματοδοτεί η γλώσσα για το λογοτεχνικό κείμενο, πως το περιεχόμενο χωρίς αυτήν μπορεί να χάσει κάθε ομορφιά που περικλείει, έχουν ειπωθεί πολλές φορές αυτά τα αυτονόητα πράγματα.

Μπορεί το ανθολόγιο ως προσδιοριστικός τίτλος ίσως και παλιομοδίτικος να παραπέμπει σε συντηρητικές εκφράσεις και όψεις της λογοτεχνικής επιθεώρησης, σε ένα τυπικό λογοτεχνικό περιοδικό ή σε μια ακατάδεκτη και αυστηρά οριοθετημένη συλλογή λογοτεχνικών κειμένων. Το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός, αυτοσαρκασμός με την έννοια πως σχεδόν κανένα ανθολόγιο δεν θα φιλοξενούσε κείμενα που υπερβαίνουν τον ορισμό του και μάλιστα έξω από το επίσημο, αρχειακό, περισπούδαστο και σοβαροφανές κλίμα αυτών των εντύπων, δεν λείπουν από την έκδοση. Ενδεικτικά ανατρέχω στο τεύχος του 2018 με τρεις ενδεικτικούς τίτλους που παραπέμπουν σε σατιρικά κε’ιμενα: «α. Επιστολή του φιλοσόφου Σπύρου Καψόχειλου. β. Επιστολή του συγγραφέως, μυθιστοριογράφου και ποιητού Αναστασίου Βρέννου γ. Μήνυση του περιοδικού Η ΖΑΡΝΤΙΝΙΕΡΑ κατ’ αγνώστων ένεκα υβριστικών στιχουργημάτων κατά του συνεργάτη μας Μπάμπου Σωκράτους». Υπάρχει λοιπόν εμφανής και διάχυτη στην έκδοση, η άνεση αυτού που νιώθει αυτοπεποίθηση, εκτιμά τη δουλειά του και δεν διατάζει να διακινδυνεύσει την ιερά μήνιν των σοβαροφανών αρχιερέων της Κριτικής του καθαρού λόγου και των υπέρτατων σκοπών που καθαγιάζουν τα έντυπα, φιλοξενώντας και κείμενα που αγγίζουν τα όρια του σατιρικού αυτοσαρκασμού.

Η κα Σιαφάκα, παρουσιάζοντας το περιοδικό, προσδιορίζει και την ειδοποιό διαφορά του από άλλα συναφή ως προς τη διεκδικούμενη αποστολή «Το dip generation είναι, θα λέγαμε, μία προσπάθεια, απόπειρα, πρόθεση ή και ελπίδα να προσεγγίσουμε εκ νέου τη λογοτεχνική γραφή ως περιπέτεια και διακύβευση του συγγραφικού υποκειμένου. Αυτή άλλωστε είναι και η ιδιαιτερότητά της παρούσας περιοδικής έκδοσης-ανθολογίας». Κάθε συγγραφέας, ακόμη και ο πιο φτασμένος, κάθε φορά που γράφει κάτι καινούργιο διακινδυνεύει να μην δημιουργήσει μια ακόμη παρακαταθήκη ανθρώπινης σοφίας αλλά μια κατάθεση ανθρώπινης ανοησίας. Αν ο δοκιμασμένος συγγραφέας διακινδυνεύει λιγότερο γιατί η κριτική θα του σταθεί με επιείκεια, οι νέοι συγγραφείς κινούνται επί ξυρού ακμής. Δεν διακινδυνεύει όμως μόνο ο δημιουργός διακινδυνεύει και αυτός που τον ανθολογεί και μια απλή ανάγνωση ενός από τα τεύχη της diPgeneration, αναδεικνύει αμέσως την πραγματικότητα πως τα εκτιθέμενα κείμενα ακροβατούν στα υψίπεδα πολύμορφων αιρέσεων μορφής, αισθητικής, ύφους και περιεχομένου, χωρίς κατά την ταπεινή υποκειμενική μου κρίση να γκρεμοτσακίζονται.
Μελετώντας τα τεύχη του κυριολεκτικά γοητεύτηκα από διάσπαρτα διαμαντάκια που εκτίθενται στις σελίδες του. Μου είναι τρομερά δύσκολο να επιλέξω γιατί κάθε μεμονωμένη επιλογή, μεμονωμένη διότι η στενότητα του χώρου μου το επιβάλει, είναι μια αδικία πολλών άλλων. Στέκομαι ενδεικτικά σε ένα απόσπασμα από το «Κάστρο της Κανέλλας»:

«Θέλω να βγω στο βαθύ βράδυ να βαδίσω όπως παλιά
Προσεχτικά πατώντας τις σκιές των κρεμαστών δελφινιών κι ελαφρολίθων
Στο λικνιστό αργότερα λιθόστρωτο πλάι στο κανάλι
όπου χάσκει βυθισμένο το θωρηκτό ΙΩΣΑΦΑΤ 21…».

Στις τελευταίες σελίδες του τεύχους του 2019, στις σελίδες της σατιρικής «Ζαρντινιέρας» την οποία διευθύνει η επινοημένη φιγούρα της Βάλιας Πέτα-Πιερότου, παρατίθεται εκλεκτό κείμενο εν είδει «ενός τεύχους σιγής», για τον αποδημήσαντα ποιητή Βλάσση Βαρεμένο, υπάρξαντα μέλος 183 λογοτεχνικών εταιρειών ανά τον κόσμο, παραμείναντα μέχρι το τέλος της ζωής του με την αγωνία του δοκιμαζομένου Ελληνισμού, όπως τη εξέθετε στο free press «Sex and the Citizen». Το κείμενο είναι τόσο παραστατικό που σε ότι με αφορά, αν και δεν έχω δει φωτογραφία του διάσημου ποιητή τον είδα τελειώνοντας την ανάγνωση σαν σε όραμα ολοζώντανο μπροστά μου, να πολεμά σαν άλλος Δον Κιχώτης, τη νεοελληνική ευτέλεια και τη ρωμέικη σοβαροφάνεια.


πηγή:  staxtes2003 



© Assimina